παραστιχίδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape παραστῐχ-ίδιον, τό, Dim. of sq., v.l. in D.L. 8.78. παραστιχίδιον, ου (τὸ) [ῐχῐ] petit acrostiche, DL. 8, 78. Étym. dim. du suiv. παραστιχίδιον, dim. von παραστιχίς, DL. 8.78.