παραστρόγγυλος
παραστρόγγυλος, roundish
παραστρόγγῠλος, ον,
- roundish, Apollod. Poliorc. 150.8.
παρα·στρόγγυλος, ος, ον [ῠ] à peu près rond, Apd. pol. 19.
Étym. π. στρογγύλος.
παραστρόγγυλος, etwas rund, rundlich, Sp.