παραστρωφάω
παραστρωφάω, turn aside
παραστρωφάω, poet. for παραστρέφω, A.R. 2.665 (Pass.).
παρα·στρωφάω-ῶ, c. παραστρέφω, A. Rh. 2, 665.
παραστρωφάω, poet. statt παραστρέφω, ὄμματα δέ σφι λοξὰ παραστρωφῶνται Ap.Rh. 2.665.
παραστρωφάω, turn aside