παρεκτροχάζω
παρεκτροχάζω, pass by
παρεκ-τροχάζω,
- pass by, IG 12(8) p.vii (found in Egypt).
- II run from the path, yield the road, τισι Tz. H. 10.84.
παρεκτροχάζω, = παρεκτρέχω, Tzetz.