παρρησιώδης
παρρησιώδης, outspoken
παρρησι-ώδης, ες,
- outspoken: Comp. Adv. -έστερον D.S. 15.6.
παρρησιώδης, ες, freimütig, im
• adv., παρρησιωδέστερον ἀποκρίνασθαι, DS. 15.6.
• adv., παρρησιωδέστερον ἀποκρίνασθαι, DS. 15.6.