παρπόδιος
παρπόδιος, ον, poet. for παραπόδιος.
παρ·πόδιος, v. *παραπόδιος.
παρπόδιος, poet. statt παραπόδιος, vor den Füßen, gegenwärtig, Pind.
παρπόδιος
- 1at oneʼs feet met., cf. ποῦς c. παῦροι δὲ βουλεῦσαι φόνου παρποδίου νεφέλαν τρέψαι ποτὶ δυσμενέων ἀνδρῶν στίχας χερσὶ καὶ ψυχᾷ δυνατοί N. 9.38