παρώτιον
παρώτιον, part of the κανθός Ι
παρώτιον, τό,
- part of the κανθός I, Sch. Nic. Th. 673.
παρώτιον, τό, Bedeckung, Zierrat der Ohren, Sp.
παρώτιον, part of the κανθός Ι