πελιότης
πελιότης, livid colour
πελῐ-ότης, ητος, ἡ,
- livid colour, Archig. ap. Orib. 8.2.9.
πελιότης, ητος (ἡ) c. πελιδνότης, Orib. p. 159 Matthäi.
πελιότης, ἡ, = πελιδνότης (?).
πελιότης, livid colour