πελιγᾶνες Save LSJ πελιγᾶνες· βουλευταί (Syr.), Hsch.; but πελιγόνες, Maced., = οἱ ἐν τιμαῖς, Str. 7 Fr. 2; also Lacon. and Massaliot., = γέροντες, ibid.