πελίδνωσις
πελίδνωσις, extravasation of blood (going pale)
πελίδν-ωσις, εως, ἡ,
- = πελίωσις, Aret. CA 1.8, Gal. 17(1).622.
πελίδνωσις, εως (ἡ) c. πελιδνότης, Arét. Cur. m. acut. 1, 8.
Étym. πελιδνόω.
πελίδνωσις, ἡ, = πελιδνότης, Aret.