πεντάστοιχος
πεντάστοιχος, five-rowed
πεντά-στοιχος, ον,
- five-rowed, κριθή Thphr. HP 8.4.2.
πεντά·στοιχος, ος, ον, qui est sur cinq rangs, Th. H.P. 8, 4, 2.
Étym. π. στοῖχος.
πεντάστοιχος, five-rowed