πενταστάτηρος
πενταστάτηρος, five στατῆρες in weight
πεντα-στάτηρος [στᾰ], ον,
- five στατῆρες in weight, Sosicr. 1 codd. Poll.
πεντα·στάτηρος, ος, ον [ᾰτ] qui pèse ou vaut cinq statères, Sosicr. com. (Poll. 4, 173).
Étym. π. στατήρ.
πενταστάτηρος, fünf στατῆρες schwer od. wert, δίκελλα, Sosicrat. com. bei Poll. 4.173, 9.57 erkl. durch πεντάλιτρος.