πεντάπους Save LSJ Bailly 2024 Pape πεντά-πους, v. πεντέπους. πεντά·πους, ους, ουν, gén. -ποδος [ᾰ] de cinq pieds, Arr. Eux. 2, 1. Étym. π. πούς. πεντάπους, ὁ, ἡ, fünffüßig, Arr.