πεπιστευμένως
πεπιστευμένως, truly
πεπιστευμένως, Adv., (πιστεύω)
- truly, Aristox. ap. Stob. 4.25.45, Phld. Rh. 1.352 S.: πεπιστωμένως, Aq. Is. 25.1, Nu. 5.22, al.
πεπιστευμένως, adv. fidèlement, avec foi, Aristox. (Stob. Fl. 79, 45).
Étym. πιστεύω.