πεπειρότης Save Bailly 2024 Pape πεπειρότης, ητος (ἡ) maturité, Arstt. Plant. 2, 7, 3, etc. Étym. πέπειρος. πεπειρότης, ητος, ἡ, das Reifsein, Arist. plant. 2.7.