περίκλυσις
περίκλυσις, spray, douche
περί-κλῠσις, εως, ἡ,
- = περικλυσμός, Ael. NA 16.15; spray, douche, cj. in Thphr. Sud. 16.
περίκλυσις, εως (ἡ) [ῠ] inondation, El. N.A. 16, 15 ; fig. Clém.
Étym. περικλύζω.
περίκλυσις, ἡ, = περικλυσμός, Ael. H.A. 16.15.