Περίκλειος
Περίκλειος, of Pericles
Περίκλειος, α, ον,
- of Pericles, Πειθώ Luc. Am. 29; τύπος Aristid. Or. 28(49).77.
Περίκλειος, ος, ον, de Périclès, Luc. Am. 29, etc.
Étym. Περικλέης.