περικλήϊστος
περικλήϊστος, far-famed
περικλήϊστος, ον,
- far-famed, Coluth. 273, 292.
περικλήϊστος, v. περικλέϊστος.
περικλήϊστος, ion. statt περικλέϊστος, Coluth. 266, 285.
περικλήϊστος, far-famed