περίκλεισμα
περίκλεισμα, enclosed place
περί-κλεισμα, ατος, τό,
- enclosed place, Sch. Lyc. 615.
περίκλεισμα, τό, das Umschlossene, Schol. Lycophr. 615.
περίκλεισμα, enclosed place