About Report a problem

Menu

περίκυρτος

περίκυρτος, convex

περίκυρτ-ος, ον,
  • convex, S.E. M. 7.307, Gal. 18(1).787; τὸ π. [τῆς γαστρός] Ruf. Anat. 40.

Saved

Recent