περικύκλησις
περικύκλησις, revolution
περικύκλ-ησις, εως, ἡ,
- revolution, cj. in D.L. 1.9 (pl.); τοῦ χρόνου Lyd. Mens. 4.51.
περικύκλησις, ἡ, Umwälzung, Io.Lyd.
περικύκλησις, revolution