περικτίται
περικτίται [τῐ], ῶν, οἱ,
- = foreg. [περικτίονες], Od. 11.288.
περι·κτίται, ῶν (οἱ) [τῐ] c. περικτίονες, Od. 11, 288.
περικτίται, οἱ, = περικτίονες, Od. 11.288.
περικτίται
οἱ
[as περικτίονες.]
=περικτίονες.
Absol. : τὴν πάντες μνώοντο περικτίται Od. 11.288.
περικτίται =περικτίονες, Od. 11.288.