περίπτωμα
περίπτωμα, a calamity
περί-πτωμα, ατος, τό,
- accidental happening: hence,
- 1 calamity, Pl. Prt. 345b.
- 2 lucky chance, LXX Ru. 2.3.
περίπτωμα, ατος (τὸ) conjoncture, particul. accident, malheur, Plat. Prot. 345b.
Étym. περιπίπτω.
περίπτωμα, τό, Unfall, Zufall, Plat. Prot. 345b u. Sp.
περίπτωμα
περί-πτωμα, ατος, τό,
- a calamity, Plat.