Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιπτωτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περίπους
περιπρακτορία
περιπρήθω
περίπρησις
περιπρό
περιπροβάλλω
περιπροθέω
περιπροχέομαι
περιπροχέω
περιπρωκτιάω
περιπταίω
περιπτέρνεον
περιπτέρνια
περιπτέρνιον
περιπτερνίς
περίπτερος
περίπτισμα
περιπτίσματα
περιπτίσσω
περίπτυγμα
περίπτυκτος
περίπτυξις
περιπτύσσω
περιπτυχή
περιπτυχής
περιπτύω
περίπτωμα
περίπτωσις
περιπτώσσω
περιπτωτικός
περιπτωτικῶς
περιπυγής
περιπύημα
περιπυκάζω
περιπυρήνιον
περίπυρον
περίπυστος
περιπωμάζω
περιπωματίζω
περιραίνω
περιρήγνυμι
περιρραγής
περιρραδίξ
περιρραίνω
περίρραμμα
περίρρανσις
περιρραντήριον
περιρραντήριος
περιρραντής
περιρραντίζω
περιρραντισμός
περιρραπίζω
περιρράπτρια
περιρράπτω
περιρράσσω
περιρρέζω
περιρρέμβομαι
περιρρεπής
περιρρέπω
περίρρεψις
περιρρέω
…
περιπτωτικῶς
Save
Bailly 2024
περιπτωτικῶς,
adv.
fortuitement,
Sext.
M.
1, 25
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}