περιρρέμβομαι
περιρρέμβομαι, wander, roam about
περιρρέμβομαι,
- wander, roam about, μὴ περιρέμβου ζητοῦσα θεόν Zos. Alch. p.244 B., cf. Gloss.; περιρεμβαῦσαι (sic)· περιφθαρῆναι, Hsch.
περιρρέμβομαι, herumschweifen, herumirren (?).