Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιρραντήριος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιπτίσματα
περιπτίσσω
περίπτυγμα
περίπτυκτος
περίπτυξις
περιπτύσσω
περιπτυχή
περιπτυχής
περιπτύω
περίπτωμα
περίπτωσις
περιπτώσσω
περιπτωτικός
περιπτωτικῶς
περιπυγής
περιπύημα
περιπυκάζω
περιπυρήνιον
περίπυρον
περίπυστος
περιπωμάζω
περιπωματίζω
περιραίνω
περιρήγνυμι
περιρραγής
περιρραδίξ
περιρραίνω
περίρραμμα
περίρρανσις
περιρραντήριον
περιρραντήριος
περιρραντής
περιρραντίζω
περιρραντισμός
περιρραπίζω
περιρράπτρια
περιρράπτω
περιρράσσω
περιρρέζω
περιρρέμβομαι
περιρρεπής
περιρρέπω
περίρρεψις
περιρρέω
περιρρήγνυμι
περιρρηγνύω
περιρρήδην
περιρρηδής
περίρρηξις
περιρρήσσω
περιρρητινόομαι
περιρρίπτω
περιρρογχάζω
περιρροή
περίρροια
περιρρομβέω
περίρροος
περιρροπή
περίρρους
περιρρυής
περίρρυπος
…
περιρραντήριος
Save
Bailly 2024
περιρραντήριος,
α, ον,
qui sert à arroser,
Nyss.
Étym.
περιρραίνω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}