περίρροια
περίρροια, fluid discharge
περί-ρροια, ἡ,
- = foreg., Plu. Lat.viv. 2.1128c.
- II fluid discharge in dysentery, Hp. Epid. 1.5 (pl.); cf. περίρροος II.2.
περίρροια, ας (ἡ)
1 c. le préc. Plut. M. 1128c ||
2 écoulement des humeurs, Hpc. 943e.
Étym. περίρροος.
περίρροια, ἡ, = περιρροή, Plut. occulte viv. 1.