περίρρυπος
περίρρυπος, all dirty
περίρρῠπος, ον,
- all dirty, cj. in Crates Theb. 4.
περί·ρρυπος, ος, ον [ῠ] tout souillé, Cratès (DL. 6, 85).
Étym. π. ῥύπος.
περίρρυπος, ringsum, ganz schmutzig, Crat.Theb. 2.