Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιχαρακτήριον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περίφρων
περιφυγή
περιφυής
περιφυλακή
περιφυλάσσω
περιφυλάττω
περιφύρω
περιφυσάω
περιφύσητος
περίφυσις
περιφυτεύω
περίφυτος
περιφύω
περιφωνέω
περιφώνησις
περίφωρος
περιφωτίζω
περιφωτισμός
περιχαίνω
περιχαίρω
περιχαλάω
περιχαλινόω
περιχαλκίζω
περίχαλκος
περιχαλκόω
περιχαμπτά
περιχανδής
περιχαρακόω
περιχαρακτέον
περιχαρακτήρ
περιχαρακτήριον
περιχαρακτικός
περιχαράκωμα
περιχάραξις
περιχαράσσω
περιχαράττω
περιχάρεια
περιχαρής
περιχαρία
περιχάσκω
περιχειλόω
περιχειρίδιος
περιχείριος
περίχειρον
περίχειρος
περιχερίδες
περίχευμα
περιχεύω
περιχέω
περίχθων
περιχθών
περιχιλόω
περιχλαινίζομαι
περιχλαινίζω
περιχλαινισμός
περιχλανίζω
περιχλιαίνω
περίχολος
περιχονδριάω
περιχόραι
περιχορεύω
…
περιχαρακτήριον
Save
Bailly 2024
περιχαρακτήριον,
ου
(
τὸ
) [
χᾰ
]
dim. du préc.
Gal.
10, 616
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}