Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιχαλκίζω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιφρόνησις
περιφρονητέος
περιφρονητικός
περιφροσύνη
περιφρουρεύω
περιφρουρέω
περιφρυγής
περιφρύγω
περίφρων
περιφυγή
περιφυής
περιφυλακή
περιφυλάσσω
περιφυλάττω
περιφύρω
περιφυσάω
περιφύσητος
περίφυσις
περιφυτεύω
περίφυτος
περιφύω
περιφωνέω
περιφώνησις
περίφωρος
περιφωτίζω
περιφωτισμός
περιχαίνω
περιχαίρω
περιχαλάω
περιχαλινόω
περιχαλκίζω
περίχαλκος
περιχαλκόω
περιχαμπτά
περιχανδής
περιχαρακόω
περιχαρακτέον
περιχαρακτήρ
περιχαρακτήριον
περιχαρακτικός
περιχαράκωμα
περιχάραξις
περιχαράσσω
περιχαράττω
περιχάρεια
περιχαρής
περιχαρία
περιχάσκω
περιχειλόω
περιχειρίδιος
περιχείριος
περίχειρον
περίχειρος
περιχερίδες
περίχευμα
περιχεύω
περιχέω
περίχθων
περιχθών
περιχιλόω
περιχλαινίζομαι
…
περιχαλκίζω
Save
LSJ
περιχαλκ-ιζω, =
περιχαλκόω,
in Pass.,
BGU
283.16 (i A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}