περιΐπταμαι Save Bailly 2024 Pape περι·ΐπταμαι (f. περιπτήσομαι, ao. 2 περιέπτην) voler autour de, avec περί et l’acc. Arstt. H.A. 5, 9, 2 ; DC. 58, 5, etc. περιΐπταμαι, (ἵπταμαι), herumfliegen, περὶ τὸ πλοῖον, Arist. H.A. 5.9.