περικαθαρμός Save Bailly 2024 Pape περικαθαρμός, οῦ (ὁ) [κᾰ] purification, Plat. Leg. 815c dout. Étym. περικαθαίρω. περικαθαρμός, ὁ, Plat. Legg. VII.815c, v.l. für περὶ καθαρμούς.