περικάθαρσις
περικάθαρσις, clearing round
περικᾰθᾰρ-σις, εως, ἡ,
- clearing round, τῶν ῥιζῶν Thphr. CP 5.9.11 (pl.).
περικάθαρσις, εως (ἡ) [κᾰ] action de nettoyer, Th. C.P. 5, 9, 11.
Étym. περικαθαίρω.