περιιχνεύω
περιιχνεύω, follow all round
περιιχνεύω,
- follow all round, τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς μυκτῆρσί τι Ph. 2.479 (fort. περιλιχνεύω).
περιιχνεύω, follow all round