περιηγηματικός
περιηγηματικός, descriptive
περιηγ-ημᾰτικός, ή, όν,
- descriptive, Theon Prog. 11, Aphth. Prog. 12.
περιηγηματικός, ή, όν [ᾰ] descriptif, Aphth. (W. 1, 103).
Étym. περιηγέομαι.
περιηγηματικός, ή, όν, erklärend oder beschreibend, λόγος, Rhett.