περιηγητός
περιηγητός, with a border round it
περιηγ-ητός, όν,
- with a border round it, χιτών Antiph. 153; χιτωνίσκος IG 2(2).1514.52.
περιηγητός, ός, όν, entouré d’une bordure, Antiph. (Com. fr. 3, 84).
Étym. περιηγέομαι.