περιηλυτεύομαι Save Bailly 2024 Pape περιηλυτεύομαι [ῠ] aller de côté et d’autre, circuler, Spt. Jer. 49, 3. Étym. περιελεύσομαι. περιηλυτεύομαι, = περιέρχομαι, LXX.