Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιπετάδην
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περίπαστος
περιπατέω
περιπατήματα
περιπάτησις
περιπατητής
περιπατητικός
περίπατος
περιπάττω
περιπαύομαι
περιπαύω
περιπαχνόομαι
περιπαχνόω
περιπεδινός
περιπεζία
περιπέζια
περιπεζίδες
περιπέζιος
περίπεζος
περιπείρω
περιπέλομαι
περίπεμπτος
περιπέμπω
περίπεμψις
περιπένομαι
περιπεπλεγμένως
περιπέπληκα
περιπέπταμαι
περίπεπτος
περιπέπτω
περιπέσσω
περιπετάδην
περιπεταλόω
περιπέταμαι
περιπετάννυμι
περιπεταννύω
περιπέτασμα
περιπεταστός
περιπέτεια
περιπετής
περιπετικός
περιπέτομαι
περιπετρίζομαι
περίπετρος
περιπέττω
περιπευκής
περιπεφρασμένως
περιπεφυλαγμένως
περιπηγής
περιπῆγις
περίπηγμα
περιπήγνυμι
περιπηγνύω
περιπηδάω
περιπήδησις
περιπηλόω
περιπήλωσις
περίπηξις
περιπήττω
περιπηχύνω
περιπιαίνω
περιπιέζω
…
περιπετάδην
Save
Pape
περιπετάδην
, adv.,
ringsumher verbreitet
, Tzetz.
exeg. Il
. p. 4.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}