περιπεφυλαγμένως
περιπεφυλαγμένως, very cautiously
περιπεφῠλαγμένως, Adv.
- very cautiously, gloss on ἀνακῶς, Erot. (περιφυλ- codd.).
περιπεφυλαγμένως, wohl bewacht, Sp.