περιστερόεις
περιστερόεις, of the verbena
περιστερό-εις, εσσα, εν,
- of the verbena, πέτηλα Nic. Th. 860.
περιστερόεις, όεσσα, όεν, de verveine, Nic. Th. 860.
Étym. περιστερεών.
περιστερόεις, zum Kraute περιστερεών gehörig, Nic. Th. 860.