περιστερώδης
περιστερ-ώδης, ες,
- = περιστεροειδής, Arist. GA 749b18, 750a15.
περιστερώδης, ης, ες, c. περιστεροειδής, Arstt. G.A. 3, 1, 7 et 14.
Étym. π. -ωδης.
περιστερώδης, ες, zsgzn = περιστεροειδής.