περιστεριδεύς
περιστεριδεύς, young pigeon
περιστερ-ῐδεύς, έως, ὁ,
- young pigeon, PCair.Zen. 354.5 (iii B. C.), etc. (misspelt περιστρ- PGrenf. 2.14 (b) 4 (iii B. C.)), Sch. Ar. Ach. 866, Eust. 753.56.
περιστεριδεύς, ὁ, das Junge der Taube, Schol. Ar. Ach. 866.