περίστεπτος
περίστεπτος, crowned, wreathed
περίστεπτος, ον,
- crowned, wreathed, ταινίαις Emp. 112.6.
περίστεπτος, ος, ον, couronné, Empéd. (DL. 8, 62).
Étym. περιστέφω.
περίστεπτος, umkränzt, umgeben, Sp.