περιφίλητος
περιφίλητος, greatly beloved by
περιφίλητος [ῐ], ον,
- greatly beloved by, ἅπασιν App. BC 4.85.
περι·φίλητος, ος, ον [φῐ] très aimé de, très cher à, dat. App. Civ. 4, 85.
Étym. π. φιλέω.
περιφίλητος, sehr geliebt, App. B.C. 4.85.