Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
περιφλεγῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
περιφαντάζομαι
περίφαντος
περιφανῶς
Περίφας
περίφασις
περιφέγγεια
περιφεγγής
περιφέγγω
περιφείδομαι
περιφέρεια
περιφερής
περιφερόγραμμος
περιφέρω
περιφερῶς
περιφεύγω
περιφημίζω
περιφήμιστος
περίφημος
Περίφημος
Περιφήτης
περιφθάνω
περιφθέγγομαι
περιφθείρομαι
περιφθινύθω
περιφίλητος
περιφιμόω
περιφίμωσις
περιφλεγής
περιφλεγμαίνω
περιφλέγω
περιφλεγῶς
περιφλέκτως
περίφλεξις
περιφλευσμός
περιφλεύω
περιφλιδάω
περιφλίω
περιφλίωμα
περιφλογίζω
περιφλογισμός
περιφλοΐζω
περιφλοίζω
περίφλοιος
περιφλοισμός
περιφλοϊσμός
περιφλύω
περιφοβέομαι
περιφοβέω
περίφοβος
περιφόβως
περιφοινίσσω
περιφοιτάω
περιφοίτησις
περίφοιτος
περιφορά
περιφοράδην
περιφοράριος
περιφόρεια
περιφόρεινος
περιφορέω
περιφόρημα
…
περιφλεγῶς
Save
Bailly 2024
περιφλεγῶς,
adv.
ardemment,
Plut.
Cato ma.
1
.
Étym.
περιφλεγής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}