περιφλευσμός Save περιφλευσμός, scorching LSJ Bailly 2024 περι-φλευσμός, ὁ, scorching, Aq. De. 28.22. περιφλευσμός, οῦ (ὁ) c. περιφλογισμός, Aqu. Deut. 28, 22. Étym. περιφλεύω.