περίφασις
περίφασις, wide views over
περίφᾰσις, εως, ἡ,
- = περιφάνεια, αἱ τῶν τόπων π. wide views over the country, Plb. 10.42.8.
περίφασις, εως (ἡ) [ᾰ] action de voir tout autour, d’embrasser du regard, Pol. 10, 42, 8.
Étym. περιφαίνομαι.
περίφασις, ἡ, = περιφάνεια ; ὄρος εὐφυῶς κείμενον πρὸς τὰς τῶν προειρημένων τόπων περιφάσεις, Uebersicht über die Gegenden, Pol. 10.42.8.