περιφυγή
περιφυγή, place of refuge
περιφῠγή, ἡ,
- place of refuge, Plu. Demetr. 46 (pl.).
περιφυγή, ῆς (ἡ) [ῠ] place de refuge, Plut. Demetr. 46.
Étym. περιφεύγω.
περιφυγή, ἡ, Ausflucht, Zufluchtsort, πραγμάτων πολλὰς ἐξωθουμένῳ περιφυγὰς καὶ ἀναχωρήσεις ἐχόντων, Plut. Demetr. 46.