Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πικραμμός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πιθόγαστρος
πιθογάστωρ
πιθοειδής
πιθοίατο
πιθοίγια
πιθοιγία
πιθοκοίτη
πιθοκοίτης
πιθόμην
πίθος
πιθός
Πίθος
Πῖθος
πιθοῦ
πιθόω
Πίθυλλος
πιθώδης
πίθων
πιθών
πικᾶσι
Πικεντίνη
Πικεντῖνοι
πικέριον
Πικηνίς
Πικηνοί
Πικῖναι
Πῖκος
πίκρα
πικράζω
πικραίνω
πικραμμός
πικραντικός
πικραντικῶς
πικράς
πικρασμός
πικρία
πικρίδιον
πικρίδιος
πικρίζω
πικρίς
πικρόγαμος
πικρόγλωσσος
πικροθάνατος
πικρόθυμος
πικρόκαρπος
πικρολογία
πικρολόγος
πικρόλωτος
πικροποιός
πικρός
πικρότης
πικρόφυλλος
πικροχολία
πικρόχολος
πικρόω
πικρῶς
πικτίς
Πίκτονες
Πίκτωρ
πίλα
πιλάριον
…
πικραμμός
Save
Bailly 2024
πικραμμός,
οῦ
(
ὁ
)
c.
πικρασμός,
Aqu.
Job
3, 5
.
Étym.
πικραίνω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}