πικρόκαρπος
πικρόκαρπος, bearing bitter fruit
πικρό-καρπος, ον,
- bearing bitter fruit, ἀνδροκτασία A. Th. 693 (lyr.).
πικρό·καρπος, ος, ον, aux fruits amers, Eschl. Sept. 693.
Étym. π. καρπός.
πικρόκαρπος, von, mit bitterer Frucht, übertr., ἀνδροκτασία, Aesch. Spt. 675.
πικρόκαρπος
πικρό-καρπος, ον,
- bearing bitter fruit, Aesch.